Συνέντευξη Ζωής Λάη από «La Mano de Dios» – Μια παράσταση για τη δύναμη της ανθρώπινης επιλογής
Η παράσταση «La Mano de Dios» αποτελεί μια σύγχρονη θεατρική δημιουργία που γεννήθηκε μέσα από μια συλλογική διαδικασία, εξερευνώντας έννοιες όπως η ταυτότητα, η ελευθερία και η ανθρώπινη δύναμη για αλλαγή. Μιλήσαμε με μία από τις πρωταγωνίστριες της παράστασης για τη διαδικασία, τον ρόλο της και τα μηνύματα του έργου.
Η συνέντευξη
1. Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με το έργο «LaMano de Dios» και τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον;
Η πρώτη μου επαφή με το έργο ήταν αρκετά διαφορετική από το συνηθισμένο, γιατί ουσιαστικά δεν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο κείμενο. Υπήρχε μια βασική ιδέα, ένας κόσμος και μια κατεύθυνση, και μέσα από τις πρόβες αυτό άρχισε να διαμορφώνεται συλλογικά. Ήταν μια διαδικασία work in progress, όπου όλοι βάλαμε το δικό μας λιθαράκι, και αυτό για μένα ήταν πολύ δημιουργικό, γιατί ένιωσα ότι το έργο χτίζεται σταδιακά και κάπως “κουμπώνει” πάνω μας.
Αυτό που μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν η σχέση των δύο διδύμων. Με απασχόλησε πολύ αυτή η ιδιαίτερη σύνδεση που έχουν — μια επικοινωνία σχεδόν άρρητη, σαν να μοιράζονται έναν κοινό εσωτερικό κόσμο. Στη σκηνή αυτό μεταφράζεται και πρακτικά: στο πώς μπορείς να συνυπάρχεις με έναν άλλο ηθοποιό σαν να είστε ένα σώμα, ένα βλέμμα, μια σκέψη. Ακόμα και κινησιολογικά, δουλέψαμε πάνω σε αυτή την εγγύτητα, σε μια σχεδόν “πλακουντιακή” σχέση, ενωμένες με μια πλεξούδα.
Ταυτόχρονα, αυτή η διδυμία έχει για μένα μια διπλή ανάγνωση: από τη μία λειτουργεί ως ασφάλεια, ως ένας κοινός χώρος ύπαρξης, και από την άλλη μπορεί να γίνει περιοριστική ή και καταπιεστική. Αυτή η αντίφαση ήταν κάτι που με ενδιέφερε πολύ να διερευνήσω ως ηθοποιός.
2. Ποιον ρόλο υποδύεστε και ποια στοιχεία του χαρακτήρα σας(στην παράσταση) θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα;
Υποδύομαι την “Άλλη”, τη μία από τις δύο δίδυμες αδερφές — τη δεύτερη που γεννιέται, λίγα λεπτά μετά την “Μία”. Είναι ένας χαρακτήρας που φαίνεται να κινείται λίγο πιο πίσω, λιγότερο αυστηρός, ίσως πιο εύθραυστος σε σχέση με την αδερφή της, χωρίς όμως να παύει να βρίσκεται στον πυρήνα της δράσης.
Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα σε εκείνη είναι η έντονη επιθυμία της για ζωή, για έρωτα, για εμπειρία — μια ανάγκη να ξεφύγει από τα όρια του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έχει μεγαλώσει, το οποίο είναι αφόρητα καταπιεστικό. Έχει μια πιο ανοιχτή και ευάλωτη ποιότητα, που κάποιες φορές εκφράζεται και ως μια μορφή αφέλειας ή υποχώρησης απέναντι στην αδερφή της.
Με ενδιέφερε πολύ να προσεγγίσω και το πώς ένας τέτοιος άνθρωπος διεκδικεί την αλλαγή στη ζωή του, γιατί δεν διεκδικούν όλοι οι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο. Κυρίως, το πώς μεταβαίνει από αυτήν την αίσθηση ματαιότητας και υποταγής στη μοίρα και φτάνει στην απόλυτα ενεργή διεκδίκηση των «θέλω» της . Στη δική της περίπτωση, αυτή η διεκδίκηση περνάει μέσα από μια πιο εξωστρεφή, εκφραστική διάθεση, που σε ορισμένα σημεία αγγίζει και το γκροτέσκο στοιχείο της παράστασης — κάτι που βρήκα ιδιαίτερα γοητευτικό ως υποκριτική προσέγγιση.
3. Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε κατά την προετοιμασία του ρόλου σας;
Μία από τις βασικές προκλήσεις κατά την προετοιμασία του ρόλου ήταν ακριβώς η φύση της διαδικασίας, ως work in progress. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε ένα τελικό, σταθερό κείμενο από την αρχή μας έδινε μια μεγάλη ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα απαιτούσε από εμάς να είμαστε διαρκώς ενεργοί και δημιουργικοί, να χτίζουμε τον χαρακτήρα μας μέσα στη διαδικασία. Για μένα αυτό λειτούργησε τελικά πολύ γόνιμα, γιατί ένιωσα ότι ο ρόλος διαμορφώνεται σταδιακά και ζωντανά πάνω μου.
Μια δεύτερη, εξίσου σημαντική πρόκληση ήταν να βρούμε την ισορροπία ανάμεσα στην ομοιότητα και τη διαφορετικότητα των δύο χαρακτήρων. Ως δίδυμες, υπάρχει μια πολύ ισχυρή ανάγκη να λειτουργούν σαν ένα σώμα, μια κοινή οντότητα· ταυτόχρονα όμως έπρεπε να διατηρηθούν και οι λεπτές διαφοροποιήσεις που κάνουνκάθε χαρακτήρα ξεχωριστό.
Το ζητούμενο, λοιπόν, ήταν να συνυπάρχουν αυτές οι δύο ποιότητες χωρίς να “σπάνε” — να μην φαίνεται ότι παίζουμε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, αλλά ούτε και να χαθεί η προσωπικότητα της καθεμιάς. Αυτή η ισορροπία ήταν μια συνεχής και πολύ δημιουργική πρόκληση στη δουλειά μας.
4. Πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία με τον/τη σκηνοθέτη και την υπόλοιπη ομάδα;
Η συνεργασία με την ομάδα ήταν πολύ δημιουργική. Οι περισσότεροι από εμάς γνωριζόμαστε από το Τμήμα Θεάτρου, και υπήρχε μια κοινή βάση και αμεσότητα στην επικοινωνία. Παράλληλα, εντάχθηκαν νέα άτομα που ταίριαξαν απόλυτα με τη δημιουργική κατεύθυνση που είχαμε στο νου μας. Φυσικά, μέσα σε μια διαδικασία με πολλές απαιτήσεις, υπάρχουν πάντα στιγμές που χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια να συνεννοηθείς ή να βρεις ισορροπία, αλλά χάρη στη σύμπνοια, την ομαδικότητα και την εργατικότητα όλων, καθώς και χάρη στην ύπαρξη ενός κοινού καλλιτεχνικού οράματος, καταφέραμε να αγγίξουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
5. Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος της παράστασης;
Το «Χέρι του Θεού» φέρνει στο μυαλό την ιστορική στιγμή με το γκολ του Diego Maradona στο Μουντιάλ του 1986. Αλλά για μένα προσωπικά, το «Χέρι του Θεού» είναι το ανθρώπινο χέρι: η πίστη του ανθρώπου στην αλλαγή και στη δυνατότητα ότι ο ίδιος μπορεί να την φέρει εις πέρας. Δεν αφορά απαραίτητα κάποιο ανώτερο ον· αφορά τη δύναμη που κρύβει μέσα του, ακόμα και αν δεν τη συνειδητοποιεί, και το πώς αυτή η δύναμη μπορεί να αλλάξει τη ροή της ζωής. Στην παράσταση, αυτή η ιδέα προσεγγίζεται με έναν πιο αλληγορικό και υπερβατικό τρόπο, με έντονο το μεταφυσικό στοιχείο, αλλά παραμένει κάτι πολύ γήινο: η ίδια η ανθρώπινη δυνατότητα να διεκδικήσει, να αποφασίσει και να δημιουργήσει αλλαγή. Ταυτόχρονα, προσωπικά, βλέπω στο «Χέρι του Θεού» και μια πιο τρυφερή διάσταση — εκείνες τις στιγμές που χρειάζεσαι μια ώθηση και αυτό το χέρι μπορεί να σε σηκώσει και να σε οδηγήσει εκεί που πρέπει.
6. Ποια θεματικά στοιχεία του έργου θεωρείτε ότι αγγίζουν περισσότερο το σύγχρονο κοινό;
Η παράσταση αγγίζει το σύγχρονο κοινό γιατί πραγματεύεται καταστάσεις και συναισθήματα που είναι αναγνωρίσιμα σε κάθε εποχή. Θίγει τη δύναμη που χρειάζεται ο άνθρωπος για να διεκδικήσει τη ζωή του, την αναζήτηση της αυτονομίας μέσα σε σχέσεις εξάρτησης, και μιλά επίσης για την αίσθηση της μοναξιάς ακόμα και όταν υπάρχει κάποιος δίπλα μας.Παράλληλα, είναι μια κωμωδία· μέσα από το χιούμορ και το αστείο αναδεικνύονται ζητήματα που είναι πολύ σκοτεινά και που ίσως, αν προσεγγίζονταν με πιο κυριολεκτικό ή ρεαλιστικό τρόπο, δεν θα άγγιζαν το θεατή τόσο βαθιά.
7. Υπάρχει κάποια σκηνή που ξεχωρίζετε προσωπικά και γιατί;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μία αγαπημένη μου σκηνή με την έννοια του γεγονότος ή της πλοκής, αλλά μάλλον εκείνες που με εντυπωσιάζουν περισσότερο είναι οι στιγμές όπου αρχίζουν να διαφαίνονται οι ρωγμές και οι ενώσεις στη σχέση των δύο αδελφών. Είναι σκηνές που εμφανίζεται μια σύγκρουση που δεν περιμέναμε – ούτε οι χαρακτήρες ούτε οι θεατές – και μέσα από αυτή βλέπουμε ποιο είναι το πραγματικό βάθος των συναισθημάτων τους. Με ενδιαφέρει πολύ πώς δύο τόσο αλληλεξαρτώμενα πρόσωπα μπορούν να έρθουν σε ρήξη, και τι σημαίνει αυτή η ρήξη όταν το άλλο άτομοείναι, με έναν τρόπο, ο ίδιος σου ο εαυτός.
8. Τι θα θέλατε να «κρατήσει» ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Αυτό που θα θέλαμε να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας είναι, αρχικά, μια αίσθηση ψυχαγωγίας και χαράς — να περάσει καλά, να γελάσει, καθώς πρόκειται για μια κωμωδία και αυτός είναι ένας βασικός μας στόχος.
Ταυτόχρονα, όμως, θα μας ενδιέφερε να μείνει και μια πιο εσωτερική σκέψη γύρω από τα θέματα που θίγονται, να μπορέσει να δει και την τραγικότητα των ηρώων και να ταυτιστεί, έστω και σε κάποιο βαθμό, μαζί τους.
Και ίσως, τελικά, να μείνει και η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει ενεργό ρόλο στη ζωή του — ότι το “χέρι” που καθορίζει τα πράγματα είναι, σε μεγάλο βαθμό, το δικό του. Όχι με την έννοια μιας απόλυτης βεβαιότητας, αλλά με τη σκέψη ότι όσο περισσότερο αναλαμβάνουμε την ευθύνη και τη δράση της ζωής μας, τόσο περισσότερο συμμετέχουμε στη διαμόρφωσή της· και ακόμη κι αν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα περιμέναμε, υπάρχει αξία στο ότι έχουμε προσπαθήσει.
9. Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;
Στα άμεσα καλλιτεχνικά μας σχέδια είναι, καταρχάς, αυτή η παράσταση να μπορέσει να επικοινωνηθεί σε όσο το δυνατόν περισσότερο κοινό, καθώς έχει χτιστεί με πολύ κόπο, συνέπεια και μεράκι από όλους τους συντελεστές. Θα μας ενδιέφερε πολύ να συνεχίσει την πορεία της και πέρα από τον αρχικό της κύκλο, μέσα από τη συμμετοχή σε φεστιβάλ, και ιδανικά να μπορέσει να ταξιδέψει και εκτός Ελλάδας.
Παράλληλα, ως καλλιτέχνες της πόλης, μας ενδιαφέρει να συνεχίσουμε να δημιουργούμε καινούργια έργα με φρέσκες ιδέες, τόλμη και διάθεση για δουλειά, συμβάλλοντας ενεργά στην καλλιτεχνική ζωή της Θεσσαλονίκης. Στόχος μας είναι να συμμετέχουμε σε μια κοινή δημιουργική κίνηση που εμπλουτίζει την τοπική σκηνή με ποικιλία και διαφορετικές φωνές.
